Βασίλης Γκουνταρούλης – κείμενο στο περιοδικό pop+rock -τεύχος 321 4/06- αφιέρωμα στα Ξύλινα Σπαθιά, για το ξεκίνημα τους
|
|
Τα Ξύλινα Σπαθιά: πολλοί άνθρωποι, πολλές αφετηρίες, πολλοί δρόμοι. Άλλες ηλικίες, άλλοι τόποι, διαφορετικές ανατροφές και εμπειρίες, διαφορετικός τρόπος ζωής, άλλες οπτικές. Διαφορετικοί χαρακτήρες με ένα όμως όνειρο κοινό: μια μπάντα που θα έκανε πραγματικότητα τις φαντασίες και τις επιδιώξεις τους. Αρχή το Ξεσσαλονίκη. Και μόνο που μας απασχολεί 13 χρόνια μετά την έκδοση του, σημαίνει πολλά. Η αρχή λένε είναι το ήμισυ του παντός, χωρίς όμως τη συνέχεια, η αρχή μένει μόνη να παραπονείται ότι κανείς δεν κατάλαβε την αξία της. Όσο υπάρχει συνέχεια, τόσο αυξάνει και η αξία που αποδίδεται σε αυτήν.
Γνωρίστηκα με τον Παύλο στο Παρίσι το 1990. Ο αδερφός μου, Δήμος Γκουνταρούλης, είχε ηχογραφήσει στα τραγούδια που ετοίμαζε τότε ο Παύλος στα αγγλικά. Ζούσε στο σπίτι του Νίκου Καντάρη, του “μάνατζερ”. Ο Νίκος φιλοξένησε για ένα ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα τον Παύλο στο σπίτι του, και του έδωσε τη δυνατότητα να ασχολείται με τη μουσική, παρέχοντάς του ό,τι μπορούσε. Στο Νίκο αφιερώθηκαν οι δύο πρώτοι δίσκοι…
Οι εταιρίες του εξωτερικού δεν ασχολήθηκαν με το demo του Παύλου. Κατά τη γνώμη μου όμως ήταν πολύ καλό. Ο Παύλος μετέτρεψε τα τραγούδια στα Ελληνικά και ήρθε με ένα καινούργιο demo στην Ελλάδα. Πέρασε σχεδόν από όλες τις εταιρίες της Αθήνας ( και από τη Virgin! ), χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Δοκίμασε επίσης με τους “Απροσάρμοστους”. Κάποια στιγμή ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη και βρέθηκε με τον Τάκη Μπάρμπα, φίλο του από το Παρίσι. Ο Τάκης του γνώρισε τον Γιώργο Πεντζίκη, που έχει το studio Magnanimous. Ο Πεντζίκης άκουσε το υλικό, αποφάσισε να το ηχογραφήσει και να κάνει την παραγωγή, με σκοπό να το πουλήσει έτοιμο σε κάποια εταιρία.
Έμεινε λοιπόν ο Παύλος στη Θεσσαλονίκη. Μου τηλεφώνησε και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Πρόβες για τις ηχογραφήσεις έκανε στο σπίτι μου. Εγώ δοκίμαζα κάποιες ιδέες με τα συνθεσάιζερ “jamάροντας”. Τελικά ηχογράφησα στο δίσκο αυτό –που δε βγήκε ποτέ- συνθεσάιζερ. Στα τύμπανα ήταν ο Τάκης Μπάρμπας και στο μπάσο ο Κώστας Θεοδώρου. Πλήκτρα -τα πιο πολλά- έπαιξε και ο Γιώργος Πεντζίκης.
Το αποτέλεσμα δεν άρεσε ούτε στον Παύλο ούτε σε μένα. Αρχίσαμε πρόβες στο studio του Σταύρου Ρωσσόπουλου. Τον γνωρίσαμε στου Πεντζίκη. Νομίζω ότι είχε ηχογραφήσει ένα ή δύο σόλα στο δίσκο αυτό, που έμεινε στις ταινίες. Έπρεπε να γίνει η μπάντα. Ο Θεοδώρου δεν ακολούθησε. Ούτε για το Μπάρμπα ξέραμε. Δοκιμάσαμε ένα φίλο μου μπασίστα (έπαιζε στο group που έπαιζα τότε, τους Sub Rosa) και ένα φίλο του Παύλου στα τύμπανα, αλλά δεν έδεσε. Τελικά ο Μπάρμπας ήρθε και έφερε τον μπασίστα που έπαιζαν μαζί στους Frontera. Ήταν ο Χρήστος Τσαπράζης. Κάναμε πρόβες, όχι όμως πολύ τακτικά. Κάπου στο τέλος της άνοιξης του 1993, ο Μπάρμπας έφυγε για να δουλέψει στη Σαντορίνη με κάποιο σχήμα για έξι μήνες. Τότε ήρθε ο Πάνος Τόλιος.
Μετά από τρεις περίπου μήνες, αποφασίσαμε να ξαναγράψουμε το δίσκο. Τα κομμάτια είχαν αποκτήσει άλλη μορφή και άλλο ύφος. Ήταν μπάντα. Η λύση ήταν ο Γιώργος Τσακαλίδης και η Άνω Κάτω. Τα βρήκε με τον Πεντζίκη, που έψαχνε να πουλήσει το ηχογράφημα, αλλά δεν εύρισκε εταιρία να ενδιαφέρεται και μας έδωσε κάποιες ώρες (νομίζω 300) στο studio, για να ξαναγράψουμε το δίσκο, που ονομάστηκε Ξεσσαλονίκη.
Το Σεπτέμβριο λοιπόν του 1993 μπήκαμε σαν μπάντα πια στο Magnanimous, για να ηχογραφήσουμε το δίσκο. Παύλος Παυλίδης (φωνή, κιθάρα), Σταύρος Ρωσσόπουλος (κιθάρα), Βασίλης Γκουνταρούλης (συνθεσάιζερ), Χρήστος Τσαπράζης (μπάσο) και Πάνος Τόλιος (τύμπανα): Τα Ξύλινα Σπαθιά. Ηχολήπτης ο Χρήστος Χαρμπίλας, που πριν λίγους μήνες είχε έρθει από την Ολλανδία. Τον είχαμε γνωρίσει στου Πεντζίκη κατά την πρώτη ηχογράφηση. Τα Ξύλινα Σπαθιά δεν είχαν ποτέ μουσικό παραγωγό. Η παραγωγή γινόταν πάντα από το group και τον ηχολήπτη του. Κρουστά έπαιξε ο Γιώργος Τόλιος, ντράμερ στις Τρύπες και αδερφός του Πάνου. Όταν τελείωσε η παραγωγή, ο Παύλος ζήτησε να συμπεριληφθούν στο δίσκο δύο κομμάτια από το demo του: Το νερό που κυλάει** και τα Πουλιά 2**. Σε αυτά, αλλά και σε όλα τα κομμάτια του demo, ο προγραμματισμός των drum machine ήταν του Γιάννη Μήτση, όπως μας είπε ο ίδιος, όταν μετά από χρόνια έγινε drummer του συγκροτήματος. Στο δίσκο αυτό έπαιξα κυρίως θέματα του Παύλου και εφέ με ήχους που κατασκεύασα με ένα Korg 01W/FD.
Συνέθεσα όμως τη μελωδία του πιάνου με την οποία ξεκινάει και τελειώνει η “Σιωπή”, στοιχείο που επίσης δεν αναφέρθηκε στο δίσκο.
Το πρώτο live έγινε στην Καρδίτσα στο “club” Ραστώνη με το όνομα Brancaleone. Παίξαμε σχεδόν όλα τα κομμάτια δυο φορές. Το υλικό ήταν λίγο και δεν έφτανε για live. Είχαμε προσθέσει και 3 κομμάτια από τα Μωρά στη φωτιά (Κάτω στην πόλη, Το Παυσίπονο και τη διασκευή του Third Uncle). Θυμάμαι το Σταύρο να κάνει σόλο με τις ώρες, για να καλύψει χρόνο. Μετά από λίγες μέρες, ο Παύλος αποφάσισε ότι δεν μπορεί άλλο μαζί του. Πρέπει να είχε γίνει και κάποιος καυγάς… Θυμάμαι είχαμε παίξει και στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και στη φοιτητική εστία. Στην πορεία βρέθηκε το όνομα: Τα Ξύλινα Σπαθιά. Ήταν ιδέα της Μορφούλας που φιλοξενούσε τότε τον Παύλο.
O δίσκος βγήκε. Ακολούθησαν κάποιες, λίγες, συναυλίες. Μια από αυτές ήταν στο Stuff, σε party που διοργάνωσε ο Βασίλης, ο ιδιοκτήτης τότε του Tamam. Έπαιξαν οι Citizen Kane και εμείς, πριν και μετά τα group όμως, υπήρχαν κοπέλες που χόρευαν και έκαναν strip-tease!! Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Όταν ανεβήκαμε στο πάλκο, τα κορίτσια ήταν ακόμα επάνω και παίζανε με κάτι μπαλόνια. Παίξαμε επίσης στο Αν club, στην Αθήνα. Εκεί όμως ούτε κορίτσια, ούτε μπαλόνια…
Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε ο Νίκος Μοδιότης, ο μάνατζερ του group. Δικαιωματικά κατέχει τον τίτλο, αφού ήταν σχεδόν συνέχεια μαζί μας, εκτός από κάποιες συναυλίες με τη show biz στην Αθήνα, κάποιες συναυλίες που έκλεινε ο Πάνος με τη βοήθεια της Αλεξάνδρας (της μέλλουσας γυναίκας του) και μια περίοδο που είχαμε διακόψει τη συνεργασία μας μαζί του. Η πρώτη συναυλία του Νίκου ήταν στο Διδυμότειχο σε μια disco ενός ξενοδοχείου, στην είσοδο της πόλης και στο Σουφλί, στο Δημοτικό Θέατρο. Πήγαμε επίσης στις Σέρρες, σε κάποιο παλιό σινεμά, όπου διάφοροι μεθυσμένοι “πάνκηδες” φώναζαν: «Ά!, ρε ξενέρωτοι, παίξτε τέκνο και πιέτε κόκα-κόλα!!». Είχαμε ήδη αρχίσει στα live να βάζουμε περισσότερα ηλεκτρονικά στοιχεία…
Θυμάμαι επίσης την πρώτη φορά που κατεβήκαμε στην Κρήτη. Φιλοξενηθήκαμε στα Χανιά σε κάποιο σπίτι. Δύο μικρά δωμάτια ενωμένα. Κοιμηθήκαμε σε τρία μονά κρεβάτια πέντε άτομα. Ο Χρήστος Χαρμπίλας, ο ηχολήπτης του group, μετά το δίσκο, ήταν πάντα μαζί μας. Στο σπίτι αυτό έγινε ο πρώτος σοβαρός καυγάς (μετά από πολλές ρακιές) του Παύλου με τον Πάνο. Οι καυγάδες και οι εντάσεις ήταν συχνό φαινόμενο στα Ξύλινα Σπαθιά.
Ο κόσμος σε όλες σχεδόν τις πρώτες συναυλίες ήταν λίγος. Όπου πηγαίναμε, όμως, υπήρχε αγάπη κυρίως από αυτούς που μας καλούσαν και από τον κύκλο τους. Κάναμε παντού φίλους. Δεν μας καλούσαν, για να βγάλουν λεφτά, ήμασταν ούτως ή άλλως άσημοι. Τους άρεζε αυτό που κάναμε, ήθελαν να βοηθήσουν, να αποτελέσουν μέρος του. Εμείς, σε κάθε πόλη που πηγαίναμε λέγαμε: ας πάρουμε αυτήν την πόλη. Αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν, πριν βγούμε στη σκηνή. Τα δίναμε όλα. Έτσι το group ανέβαινε συνέχεια…
Πάρα πολύ άνθρωποι συνετέλεσαν στην επιτυχία των Ξύλινων Σπαθιών. Ένα χαρακτηριστικό όμως της επιτυχίας είναι να σε κάνει να ξεχνάς όσους σε βοήθησαν. Να θέλεις να καρπωθείς μόνος σου τη δόξα, να πιστεύεις ότι μόνος σου τα κατάφερες. Ύστερα θεωρείς τον εαυτό σου αδικημένο να μοιράζεται όσα μοιράζεται με τους υπόλοιπους. Όσο ξεχωρίζεις όμως τον εαυτό σου, τόσο απομονώνεσαι. Όταν προσπαθείς να υποσκελίσεις εκείνους πάνω στους οποίους στηρίχτηκες, τότε το οικοδόμημα πέφτει. Πολλά άλλαξαν κατά την κοινή αυτή πορεία. Ευχάριστα και δυσάρεστα. Αυτό που στοίχιζε όμως πιο πολύ ήταν η απώλεια ανθρώπων, οι εσωτερικές δηλαδή αλλαγές και η ανάγκη προσπάθειας για τη διατήρηση ισορροπίας. Τα Ξύλινα Σπαθιά διαλύθηκαν το Δεκέμβριο του 2003. Οι άνθρωποι όμως, ακόμα και όταν ενωμένοι προχωρούν, έχουν πάντα τη δική τους πορεία, πορεία που συνεχίζεται. Εύχομαι σε όλους καλό προορισμό.
Βασίλης Γκουνταρούλης
|
|