Περιοδικό αντartε-εφημερίδα Μακεδονία (Κυριακή 14 Μαΐου 2006).
Συνέντευξη στον Θανάση Γωγάδη.


Tι θα παρουσιάσετε στο «Λιόγερμα» σήμερα;
 
  Βασικός κορμός της εμφάνισης θα είναι τα τραγούδια του δίσκου “Φωτιά βάζω στην πόλη μου” και το υλικό που δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτόν (επτά ακυκλοφόρητα τραγούδια). Θα παίξουμε επίσης το «Μπλε φως» από το «Μια βόλτα», το «Τώρα αρχίζω και θυμάμαι» από «Τα Ξύλινα Σπαθιά» και δύο καινούργια τραγούδια. Μαζί μου, στο πάλκο, θα βρίσκονται ο Μανώλης Τριχάκης (Proxies, Μπλε) και ο Ηλίας Αϋφαντής.

 
Πώς στήνεται μία παράσταση και ποιο μπορεί να είναι το τελικό ζητούμενό της;

 
  Άξονας είναι ο λόγος, το νόημα που έχουν και ζητούν να μεταδώσουν τα τραγούδια. Χρειάζεται ιδιαίτερη δουλειά στην εκτέλεση, ώστε να υπάρχει ταύτιση της ερμηνείας με το αποτέλεσμα που θέλει να πετύχει η μουσική φράση. Ο στόχος της παράστασης είναι να μεταδώσει το πνεύμα των τραγουδιών του “Φωτιά βάζω στην πόλη μου”, αλλά και την προσπάθεια να διαφυλαχτούν αυτά καθαρά από τις διάφορες «προσβολές» που σαν άνθρωποι αντιμετωπίζουμε εκείνη ή οποιαδήποτε άλλη στιγμή.  

Τι είναι αυτό που διερευνάτε μέσω της μουσικής και ποια νομίζετε πως είναι τα ισχυρότερα σημεία αυτής της τέχνης;

 
  Η μουσική είναι τρόπος έκφρασης, μια άλλη γλώσσα. Η σύνθεση αλλά και η εκτέλεσή της φανερώνει την απεριόριστη δυνατότητα έκφρασης, αφού δεν υπάρχει το φράγμα της εννοιολογικής αντίληψης. Είναι πολύ μεγάλη η τέχνη της ερμηνείας στη μουσική, της απόδοσης της μουσικής φράσης. Ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο και χωρίς να έχει το χάρισμα και την τεχνική του χειρισμού του λόγου. Χρειάζεται βέβαια τη μουσικότητα και τη μουσική αντίληψη… Όπως οι λέξεις, οι φράσεις και τα νοήματα έχουν για κάθε άνθρωπο τον αντίκτυπο της αξίας που θα κατανοήσει, το ίδιο ισχύει και με τις νότες, τη μουσική. Η μουσική μπορεί να αγγίξει τους ανθρώπους από μια άλλη πλευρά του είναι τους, με σκοπό όμως να έχει τον ίδιο αντίκτυπο με το λόγο, γιατί είναι λόγος.

 
Αν και σπουδάσατε κλασικό πιάνο, μάλλον σας κέρδισαν τα συνθεσάϊζερ. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στο εν λόγω όργανο;

 
Η παιδεία που πήρα στη μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μου. Είχα την τύχη να έχω δασκάλες που μου μετέδωσαν γνώση και μέθοδο έκφρασης της μουσικής. Εργαλεία αξιοποίησης της μουσικότητας, καλλιέργεια της μουσικής αντίληψης, των χαρισμάτων δηλαδή. Τα εργαλεία αυτά λειτουργούν πια φυσικά και με απλότητα, χωρίς να έχουν ανάγκη την ενσυνείδητη υπακοή σε νόμους. Τα συνθεσάιζερ παρέχουν τη δυνατότητα παραγωγής αμέτρητων ηχοχρωμάτων, επιτρέποντας έτσι την έκφραση και σε αυτό το επίπεδο της κατασκευής του ήχου. Η μορφή και η φύση του κάθε ήχου αποτελεί αφορμή για έμπνευση που του ταιριάζει. Επίσης, κάθε μουσική φράση ζητάει το ηχόχρωμα που θα την αποδώσει πιο πιστά. Η ικανότητα κατασκευής του ήχου προσφέρει τη δυνατότητα για άρση του περιορισμού χρησιμοποίησης των “φυσικών” οργάνων.

 
Σήμερα που ακολουθείτε τον προσωπικό σας δρόμο, πόσο μακριά ή κοντά σας φαίνετε η ιστορία των Ξύλινων Σπαθιών; Ποια νομίζετε πως ήταν η μεγαλύτερη προσφορά του γκρουπ, τόσο στην ιστορία της πόλης, όσο και γενικότερα στην ελληνική μουσική σκηνή;

 
Όσο μακρύς είναι ο προσωπικός και εσωτερικός μου δρόμος, τόσο μακριά μου φαίνεται ότι βρίσκεται και η ιστορία των Ξύλινων Σπαθιών. Το πόσο μακριά όμως είναι αυτό, δε θέλω να το αποτιμήσω εγώ. Η σημαντικότερη προσφορά του γκρουπ, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, νομίζω ότι ήταν η με πλούσιο τρόπο περιγραφικότητα της μουσικής και η εναρμονισμένη μουσικά διαφορετικότητα στα νοούμενα.

 
Όταν κυκλοφορήσατε την πρώτη σας προσωπική δουλειά, το «Μια βόλτα», μας εκπλήξατε όλους με τον πρωτοποριακό ήχο. Ποιο ήταν το ζητούμενο αυτής της δισκογραφίας και πόσο κοντά φτάσατε στους στόχους σας;

 
Το σημαίνον λειτουργεί πολλές φορές σαν δίχτυ, σαν τείχος που κρύβει το σημαινόμενο. Μας προστατεύει όμως από μια απροετοίμαστη διέλευση σ’ αυτό, που μπορεί να αποβεί μοιραία. Η απότομη κατάρρευση αυτού του τείχους οδήγησε στο «Μια βόλτα». Το ζητούμενο του δίσκου αυτού ήταν μια καταγραφή αυτής της βόλτας, χωρίς κάποια μετέπειτα επεξεργασία ή αξιολόγηση του αποτελέσματός της.

 
Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της δουλειάς ήταν τα «πειραγμένα» φωνητικά, στα οποία ο ακροατής έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη προσοχή, για να κατανοήσει το νόημά τους…

 
Το «πειραγμένο» νοητικό και φυσικό περιβάλλον έπρεπε να αποδοθεί με τη μορφή λόγου, που προέκυψε από αυτό (αυτόματη γραφή) και από την «πειραγμένη» φωνή που το περιέγραφε.

 
Η νέα σας δισκογραφία έχει τον τίτλο «Φωτιά βάζω στην πόλη μου». Σε ποια σημεία διαφοροποιείται από την προηγούμενη, τόσο σε επίπεδο ύφους, όσο και σε επίπεδο στιχουργικής;

 
Το «Φωτιά βάζω στην πόλη μου» δεν περιγράφει μια τυφλή περιπλάνηση στο άγνωστο, αλλά την οπτική του ανθρώπου που ακολουθεί το στενό και απόκρημνο μονοπάτι της διάβασης στη ζωή.

 
Με ποιο τρόπο δουλέψατε για αυτόν τον δίσκο;

 
Η μουσική εξυπηρέτησε τα νοήματα. Συμφωνεί με το λόγο, τον συμπληρώνει, φανερώνει και φωτίζει τις πιο αφηρημένες εκφράσεις του. Δίνει χρώμα και εκφραστικότητα στο νοούμενο.

 
Γενικότερα με ποιο τρόπο εργάζεστε; Πώς προκύπτει ένα τραγούδι, ποια μπορεί να είναι τα ερεθίσματα και στη συνέχεια με ποιο τρόπο φιλτράρεται μέσω της αισθητικής του δημιουργού;

 
Προσπαθώ για την πνευματική μου πρόοδο. Η έμπνευση έρχεται όταν είμαι γεμάτος ψυχικά και μπορώ να συλλάβω και να εκφράσω μια υψηλή πτυχή του ερεθίσματος. Η τέχνη, για να την ονομάσω τέχνη, πρέπει να έχει λεπτότητα, ευγένεια, να έχει ύλη και μορφή όντας “εξαϋλωμένη”. Δε θεωρώ ότι κάποιο είδος μουσικής έχει ευγένεια από μόνο του. Η έμπνευση ποτίζεται από το ανθρώπινο στοιχείο του “δημιουργού” της.

 
Το «Φωτιά βάζω στην πόλη μου» εμπεριέχει συγκεκριμένα μηνύματα;

 
Ναι. Είναι η οπτική ενός ανθρώπου που έχει διαλέξει τη «στενή και τεθλιμμένη οδό».

 
Εσείς που επικεντρώσατε το βάρος αυτής της εργασίας, στη μουσική ή στο στίχο;

 
Η μουσική και ο στίχος υπηρετούν το νόημα που θέλουν να εκφράσουν. Ο λόγος είναι πλεόνασμα του θησαυρού της καρδιάς μας. Στη δική μου περίπτωση, πάντως, η μουσική χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο εργασίας.

 
Μιλήστε μας και για την δουλειά σας στην ταινία «Στο Δοκιμαστήριο του Κάφκα».

 
Είναι η δεύτερη μικρού μήκους ταινία του φίλου μου Κύρου Παπαβασιλείου. Είναι μια ταινία ποιητική. Ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα και ευθύνη. Όταν είδα την ταινία μόνο με τις ομιλίες των ηθοποιών, μου φάνηκε κάτι πολύ ιδιαίτερο. Ό,τι δοκίμαζα, άλλαζε το ύφος, την αίσθηση που άφηνε το έργο. Αφιέρωσα, λοιπόν, πολύ χρόνο να το βλέπω, να εμβαθύνω σε αυτό και όχι να δοκιμάζω. Κάποια στιγμή ήρθε το μουσικό θέμα στο μυαλό μου. Διαστήματα βυζαντινά. Κατασκεύασα τον ήχο και πήρα τις νότες μία μία στο sampler για να τις κουρδίσω στον ήχο της μελωδίας. Το τσέλο είναι άταστο. Έπρεπε όμως να κουρδίσει σωστά. Υπήρχε δυσκολία, αλλά το εκφραστικό αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό.

 
Τι σημαίνει για έναν δημιουργό να συνεχίζει να αγωνίζεται από τη γενέθλια πόλη του; Είναι ακριβό το τίμημα αυτής της επιλογής;

 
Ποτέ δε σκέφτηκα να αλλάξω πόλη για χάρη της επαγγελματικής μου επιτυχίας. Άλλωστε δεν την κυνηγάω, ούτε με απασχολεί η επαγγελματική επιτυχία. Την έζησα και δε μου λείπει. Αν είναι να έρθει, ας έρθει. Προσπαθώ, όμως, να κάνω τη δουλειά μου και να χειρίζομαι τα πρακτικά ζητήματα όσο καλύτερα και έντιμα μπορώ. Η επιτυχία που με ενδιαφέρει, δε φωλιάζει σε κάποια πόλη.